- ωθώ
- ώθησα, ωθήθηκα, ωθημένος1. σπρώχνω, σκουντώ: Ωθήστε την πόρτα.2. επισπεύδω κάτι: Να ωθήσεις την υπόθεση.
Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.
Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.
ωθώ — ὠθῶ, έω, ΝΜΑ 1. μεταδίδω κίνηση σε ένα σώμα, σπρώχνω, σκουντώ (α. «ο άνεμος ωθεί το πλοίο» β. «ὦσαι ἑαυτὸν εἰς τὸ πῡρ», Ηρόδ.) 2. μτφ. προτρέπω, παροτρύνω, παρακινώ αρχ. 1. αποσπώ βίαια («ἐκ μηροῡ δόρυ ὦσε», Ομ. Ιλ.) 2. (σχετικά με θύρα) ανοίγω… … Dictionary of Greek
ωθώ — ωθώ, ώθησα βλ. πίν. 73 … Τα ρήματα της νέας ελληνικής
ὠθῶ — ὠθέω thrust pres subj act 1st sg (attic epic doric) ὠθέω thrust pres ind act 1st sg (attic epic doric) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
εμπώθω — ωθώ, απωθώ, σπρώχνω … Dictionary of Greek
παρασπρώχνω — ωθώ, σπρώχνω περισσότερο από όσο πρέπει … Dictionary of Greek
κατωθώ — κατωθῶ, έω (Α) ωθώ προς τα κάτω («κὰδ δ ἄρ ἐπὶ στόμ ἔωσε», Ομ. Ιλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + ωθῶ (< ὠθῶ), πρβλ. εξ ωθώ, συν ωθώ] … Dictionary of Greek
διωθώ — (AM διωθῶ, έω) [ωθώ] ωθώ μέσα από κάτι ή αυτούς που βρίσκονται κι απ τις δύο πλευρές αρχ. 1. ωθώ χωριστά, αποσπώ 2. σταματώ, φράζω 3. απωθώ, αποκρούω 4. απορρίπτω 5. αρνούμαι 6. μέσ. ανοίγω δρόμο για δική μου εξυπηρέτηση … Dictionary of Greek
εξωθώ — (AM ἐξωθῶ, έω) [ωθώ] 1. ωθώ προς τα έξω, διώχνω βίαια 2. ωθώ κάποιον σε κάποια πράξη, παρακινώ («τόν εξώθησε στο έγκλημα») αρχ. μσν. εξορίζω, εκτοπίζω μσν. 1. αποτάσσω, καθαιρώ 2. παραμελώ αρχ. 1. (για γιατρό) τραβώ προς τα έξω 2. μετατοπίζω 3.… … Dictionary of Greek
προανωθώ — έω, Α ωθώ προς τα πάνω προηγουμένως ή ωθώ πρώτος. [ΕΤΥΜΟΛ. < προ * + ἀνωθῶ «ωθώ προς τα πάνω»] … Dictionary of Greek
προωθώ — προωθῶ, έω, ΝΜΑ ωθώ, σπρώχνω προς τα εμπρός νεοελλ. 1. μτφ. α) βοηθώ κάποιον να προοδεύσει, να προαχθεί, συντελώ στην ιεραρχική εξέλιξή του («υπάρχουν φήμες ότι τήν προωθεί ο διευθυντής της») β) (σχετικά με ζητήματα, υποθέσεις) επισπεύδω την… … Dictionary of Greek